«Γιατί εξακολουθούσα να βρίσκομαι σε ένα ορφανοτροφείο, αφού εγώ είχα τους γονείς μου; Γιατί;».

Μετά την Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο...

Σεπτέμβριο του 1974…

Μερικές χιλιάδες Κυπριόπουλα ταξίδεψαν στην Ελλάδα και φιλοξενήθηκαν για το σχολικό έτος 1974-1975 σε εκκλησιαστικά ιδρύματα, σε δομές κοινωνικής πρόνοιας αλλά και σε ανάδοχες οικογένειες. Επίσης, ένας μικρός αριθμός παιδιών φιλοξενήθηκαν στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στο Ισραήλ. Ήταν όλα πρόσφυγες και ηλικίας από 6 μέχρι 17 ετών.

Για κάποια παιδιά βέβαια η αλλαγή του τρόπου ζωής και η απομάκρυνση από τις οικογένειές τους, δημιουργούσαν προβλήματα προσαρμογής και επέστρεψαν στην Κύπρο πριν ολοκληρωθεί η σχολική χρονιά.

Όσα παιδιά φιλοξενήθηκαν σε ανάδοχες οικογένειες…

Δημιούργησαν ισχυρούς δεσμούς με τα μέλη αυτών των οικογενειών. Οι περισσότερες μάλιστα κατέληξαν σε κουμπαριές. Άλλοι τελούν στην Κύπρο μνημόσυνα για τους ανάδοχους γονιούς και άλλοι έδωσαν ακόμη και τα ονόματά των ανάδοχων γονιών στα παιδιά τους.

Ο μεγαλύτερος αριθμός παιδιών φιλοξενήθηκε στα ιδρύματα. Μαθητές και μαθήτριες δημοτικού και γυμνασίου δέχτηκαν την αμέριστη αγάπη και την ιδιαίτερη φροντίδα των λειτουργών των ιδρυμάτων.

Υπήρχαν όμως και εκείνα τα παιδιά, τα μικρότερα σε ηλικία, που δεν μπορούσαν να διαχειριστούν την απουσία της οικογένειας και κυρίως του σταθερού δεσμού με οικεία πρόσωπα.

Ανάμεσα σε εκείνα τα παιδιά, ήταν και η Νιόβη Α. Κερκίδου, ένα 8χρονο τότε κοριτσάκι που φιλοξενήθηκε στο Ορφανοτροφείο της Αγίας Φιλοθέης στον Πύργο-Ηλείας.

Πρόκειται για μια πολύ ξεχωριστή γυναίκα. Έναν υπέροχο άνθρωπο, που όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες μας, έζησαν τον πόλεμο και όλα τα επακόλουθα του. Κουβαλά το φόβο, την ανασφάλεια, τον πόνο, την χαμένη παιδικότητα, που παραμένουν μέχρι σήμερα ως κατάλοιπα του πολέμου.

Μέσα από το βιβλίο της «Ευχαριστώ…» Μαρτυρίες παιδιών του 1974, μας προκαλεί συγκίνηση αλλά ταυτόχρονα, αναδεικνύεται το νόημα της αγάπης, του ήθους και της φιλανθρωπίας. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην Παναγιώτα Νικολάου, το 10χρονο κοριτσάκι που δεν επέστρεψε ποτέ πίσω στη Κύπρο.

Η Παναγιώτα ήταν στο Ορφανοτροφείο της Αγίας Φιλοθέης και απεβίωσε στις 5 Δεκεμβρίου 1974. Το αποτέλεσμα της νενομισμένης νεκροψίας, έδειξε ότι ο θάνατος της προήλθε από καρδιακή προσβολή.

Η Νιόβη Α. Κερκίδου αναφέρει στο Ant1.com.cy:

«Νωρίς το πρωί της 16ης Αυγούστου 1974, η Κατωκοπιά – το χωριό μου- βομβαρδίστηκε από τα τουρκικά αεροπλάνα και πέρασε υπό κατοχή…

Οι νύχτες μακριά από το σπίτι μας ατελείωτες… Οι ζωές μας άλλαξαν, τίποτα πια δεν ήταν ίδιο…

Δημιουργήθηκαν και πολλά προβλήματα στην εκπαίδευση…

Οι μέρες περνούσαν και τα σχολεία παρέμεναν κλειστά. Είχε δημιουργηθεί μια κατάσταση άνευ προηγουμένου, που τίποτα δεν ενέπνεε ασφάλεια και σιγουριά.

Μετά τη δεύτερη φάση της εισβολής, τα μισά σχολεία ήταν υπό κατοχή και έτσι ο αριθμός των μαθητών στις ελεύθερες περιοχές ήταν πολύ μεγάλος. Τα σχολεία δεν ήταν επαρκή για να καλύψουν τις ανάγκες της νέας σχολικής χρονιάς και το στεγαστικό δεν ήταν το μόνο πρόβλημα που καλούνταν να αντιμετωπίσουν δάσκαλοι και μαθητές, αλλά και η έλλειψη γραφικής ύλης.

Με όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το Υπουργείο Παιδείας, με εγκύκλιο καλούσε τους γονείς να κάνουν εγγραφή των παιδιών τους μεταξύ 11ης και 14ης Σεπτεμβρίου 1974, στα πλησιέστερα σχολεία. Περιορισμένος αριθμός σχολείων, που δεν είχαν καταληφθεί από πρόσφυγες, άρχισαν τη λειτουργία τους στις 23 Σεπτεμβρίου 1974 και για να γίνει εφικτό, τα παιδιά φοιτούσαν με το νέο πρόγραμμα που εφαρμόστηκε, των πρωινών και απογευματινών μαθημάτων. Ήταν η μόνη λύση που υπήρχε τότε και οι δάσκαλοι μη έχοντας άλλη επιλογή, άρχισαν να παραδίδουν διδακτέα ύλη προφορικά.

Με πρωτοπόρο την Ιερά Μητρόπολη Ηλείας, το Υπουργείο Παιδείας δέχτηκε πολλές προσφορές από τον Ελλαδικό χώρο με σκοπό την φιλοξενία παιδιών για ένα χρόνο και η οποία κάλυπτε διαμονή, σίτιση και εκπαίδευση. Γεγονός που το Υπουργείο αξιολόγησε με μεγάλη προσοχή και εξέδιδε τις ανακοινώσεις μέσω του Τύπου και του ραδιοφώνου για φιλοξενία παιδιών στην Ελλάδα. Ήταν ένα σχέδιο για αποσυμφόρηση στον χώρο της εκπαίδευσης μα κυρίως, για να βοηθήσουν τα παιδιά να μεταβούν με ασφάλεια στην Ελλάδα και αυτό έγινε με συνοδεία Κυπρίων εκπαιδευτικών όπου οι επικεφαλής της κάθε συνοδευτικής ομάδας ήταν επιθεωρητές.

Ήμουν ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά…

Θα ταξίδευα μαζί με την ξαδέλφη μου, τη Νιόβη, με σκοπό να φιλοξενηθούμε από κάποιο θείο στην Αθήνα, γιατρός στο επάγγελμα, παντρεμένος μα χωρίς παιδιά.

Στις 7 Οκτωβρίου το 1974, αναχωρήσαμε με την δεύτερη αποστολή. Μέσα στην οχλαγωγία που γινόταν στο λιμάνι Λεμεσού, ακουγόταν το κλάμα εκείνων των παιδιών που αντιστέκονταν, που δεν ήθελαν να φύγουν, που ήταν εντελώς μόνα.

Ταξιδέψαμε με το πλοίο «Πάτρα». Κατά την διάρκεια του ταξιδιού, ήταν τόσες οι εμπειρίες στο καράβι που είχαμε χάσει την αίσθηση του χρόνου.

Όταν το πλοίο έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά, διαπιστώσαμε πως ο θείος δεν ήταν εκεί να μας περιμένει. Ούτε είχε έρθει όση ώρα γινόταν ο διαχωρισμός των παιδιών. Πολύ αργότερα μάθαμε πως η μετάβαση του στο λιμάνι έγινε με κάποια καθυστέρηση, που οφειλόταν σε έκτακτο και επείγον περιστατικό. Οι υπεύθυνοι συνοδοί μας επιβίβασαν στα λεωφορεία με τα υπόλοιπα παιδιά και ξεκινήσαμε προς άγνωστη κατεύθυνση.

Η διαδρομή είχε αρχίσει…

Όλα τα λεωφορεία εξήλθαν του λιμανιού με πινακίδα μπροστά, στην οποία αναγραφόταν η λέξη «ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ». Μια λέξη που καθόριζε την ταυτότητα μας, ένας «τίτλος» βγαλμένος από τα δεινά του πολέμου, που σαν σκιά βάραινε τις ψυχές μας».

Το ένθερμο καλωσόρισμα του κόσμου στον Νομό Ηλείας…

Τίποτα, μα τίποτα δεν θα μπορούσε να διαγράψει από συναισθηματική μνήμη ή έστω να θολώσει εκείνη την εμπειρία που έζησα με το ένθερμο καλωσόρισμα του κόσμου στον Νομό Ηλείας. Σε κάθε χωριό, με κάποιο τρόπο οι κάτοικοι ειδοποιούνταν για τον ερχομό μας. Μας περίμεναν. Οι δρόμοι κατακλύζονταν από κόσμο. Κανένα παιδί δεν το περίμενε, ήταν

τόσο ξαφνικό, όταν άρχισαν από τα παράθυρα να μας ρίχνουν διάφορα πράγματα. Καθόμουν δίπλα από την ξαδέρφη μου και η ίδια κοντά στο παράθυρο, όταν μια σοκολάτα έπεσε στα γόνατά μου και αμέσως ακολούθησε τη δική της πορεία καταλήγοντας μπροστά από τα παπούτσια μου. Έσκυψα και την πήρα. Ήταν η πρώτη σοκολάτα που έπαιρνα στα χέρια μου μετά τον πόλεμο και θέλησα να την μοιραστώ με την ξαδέρφη μου αλλά όταν γύρισα προς τη Νιόβη, την είδα να κρατά ένα κουτί από μπισκότα.

Όλα τα παιδιά στο λεωφορείο άρχισαν να φωνάζουν χαρούμενα και να χαιρετούν το πλήθος. Κοίταξα έξω από το παράθυρο τον κόσμο. Σηκώθηκα, θέλοντας να πλησιάσω το παράθυρο για να τους χαιρετίσω κι εγώ, βγάζοντας το χέρι μου έξω. Με την πρώτη κίνηση που έκανα, κάποιος κύριος άφησε στην παλάμη μου ένα μήλο.

Τα λεωφορεία δυσκολεύονταν να συνεχίσουν την πορεία τους. Προχωρούσαν αργά εντός των χωριών και ανακτούσαν ταχύτητα το διάστημα που μεσολαβούσε μέχρι να φτάσουμε στο επόμενο. Έμπρακτα ο κόσμος στον Νομό Ηλείας εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό την αμέριστη αγάπη του. Μου άφησε τότε την αίσθηση ότι, αν και πήγαινα κάπου που δεν γνώριζα, εντούτοις, ήμουν καλοδεχούμενη.

Κι όμως, οι λέξεις είναι τόσο φτωχικές για να περιγράψουν εκείνο το καλωσόρισμα των Ηλείων, που ήταν μόνο η αρχή. Το προοίμιο, αν θέλεις, μιας αφειδώλευτης προσφοράς και άπλετης αγάπης για τα προσφυγόπουλα της Κύπρου. Μιας αγάπης, που η ενέργειά της κρατεί μέχρι σήμερα.

Αργά το απόγευμα φτάσαμε στην Πλατεία του Πύργου, μπροστά από τη Μητρόπολη Ηλείας, όπου υπήρχε κοσμοσυρροή. Εκεί, έγινε η πρώτη συνάντηση με ανάδοχες οικογένειες και πολλά παιδιά οδηγήθηκαν στο σπίτι των άμεσα ενδιαφερόμενων. Τα υπόλοιπα παιδιά επιβιβαστήκαμε και πάλι στα λεωφορεία για να μεταφερθούν σε διάφορα ιδρύματα του Νομού. Προσπαθήσαμε με την ξαδέρφη μου να παραμείνουμε μαζί. Αυτός ήταν ο σκοπός μας, για να είναι πιο εύκολο αργότερα να πάμε στο σπίτι του θείου. Το λεωφορείο όμως κατάληξε στο Ορφανοτροφείο «Αγία Φιλοθέη», όπου ήταν και ο τελικός προορισμός για τα απομείναντα παιδιά.

Στο συγκεκριμένο ίδρυμα, το οποίο ήταν θηλέων, υπήρχαν τόσο κορίτσια από Ελλάδα όσο και από Κύπρο. Μάλιστα, οι Κύπριες αριθμούσαν περισσότερες από τις Ελληνίδες. Όλα λειτουργούσαν με βάση ενός αυστηρού προγράμματος το οποίο ήμασταν υποχρεωμένες να τηρούμε και αυτό, δημιουργούσε κάποιες φορές μεγάλα και ιδιαίτερα προβλήματα.
  orfanotrofio

Εμπειρίες και εικόνες που δεν θα σβήσουν ποτέ από το μυαλό μου…

Όταν ερχόντουσαν εκείνες οι μαύρες Κυριακές, που είχαν χάσει πια τη μαγεία τους, και έβλεπα μία-μία τις φίλες μου να φεύγουν από το ορφανοτροφείο συνοδευόμενες από άτομα, που εκδήλωναν τόσο έντονα την προθυμία τους να τις φιλοξενήσουν, ένιωθα ζήλια και συνάμα πολλά ερωτήματα να βασανίζουν το μυαλό μου. «Γιατί δεν ήμουν κι εγώ στη δικιά τους θέση; Γιατί δεν με επέλεγε κάποιος για να φύγω κι εγώ από το ίδρυμα; Γιατί δεν ερχόταν ο θείος; Γιατί δημιουργούσα φίλες που με εγκατέλειπαν; Γιατί ο πατέρας μου με ξεγέλασε; Γιατί εξακολουθούσα να βρίσκομαι σε ένα ορφανοτροφείο, που μόνο και μόνο η ονομασία του βάραινε την παιδική μου ψυχή σαν ταφόπλακα, αφού εγώ είχα τους γονείς μου; Γιατί;»

Η ζωή από μόνη της είναι ανατρεπτική. Εκεί που προσπαθείς να συμβιβαστείς με νέες καταστάσεις, αναπάντεχα έρχεται το απροσδόκητο.

Η απώλεια από τον θάνατο της Παναγιώτας με είχε στιγματίσει ανεπανόρθωτα. Καμία άλλη απώλεια, από τα κορίτσια που έφευγαν για τις

ανάδοχες οικογένειες, δεν μπορούσε να συγκριθεί με τη δική της. Η απουσία της ήταν αισθητή και κυρίως τα βράδια, μετά το δείπνο που παρέμενα τιμωρημένη στην τραπεζαρία, μόνη. Όπως μόνη, επέλεγα να κάθομαι και στα σκαλοπάτια της εκκλησίας, στο ίδιο εκείνο σημείο που συνηθίζαμε να περνάμε μαζί τις ελεύθερες μας ώρες. Άρχισα να απομονώνομαι, να απομακρύνομαι από το σύνολο και αν κάποιο κορίτσι με πλησίαζε, προσπαθούσα με τρόπο να το αποφύγω.

Ανέκφραστη κλεινόμουν όλο και πιο πολύ στον εαυτό μου. Έκτιζα τα τείχη μου, αφήνοντας έξω από αυτά, ακόμη και την ξαδέρφη μου. Ο φόβος της απώλειας ήταν αυτός που με καθιστούσε ανήμπορη πια, να δημιουργήσω μια νέα φιλία. Παράλληλα, με γέμιζε ανασφάλεια, που με οδηγούσε στη λανθασμένη εντύπωση, πως ποτέ δεν θα κατάφερνα να επιστρέψω στους γονείς μου.

Μέσα στα τείχη που ανύψωνα, μετρούσα τον πόνο μου, με σκέπαζε ο φόβος, η απελπισία μέσα μου μετέωρη κι εγώ ψηλαφούσα κάθε αρνητικό συναίσθημα, χωρίς να γνωρίζω τις συνέπειες, χωρίς να αντιλαμβάνομαι ότι με οδηγούσε όλο και πιο βαθιά στη συναισθηματική παράλυση. Ένιωθα φυλακισμένη. Απεγνωσμένα, μέσα στις σιωπές μου, προσπαθούσα να πιαστώ από κάπου, ακόμη και από μια ψευδαίσθηση, που θα ανέτρεπε τη θλίψη, τον φόβο, τις απώλειες, τον πόνο μου. Μία ψευδαίσθηση, που θα έφερνε τη λύτρωση.

Το μόνο που μπορούσε να γαληνέψει την ψυχή μου, μέσα στη συναισθηματική εξαθλίωση, ήταν το νοερό χάδι της μάνας μου. Ένα χάδι αρωγός στις ψευδαισθήσεις μου. Μέσα στο σκοτάδι μου, άρχισα να ζωγραφίζω κάθε ψευδαίσθηση, να της δίνω υπόσταση, να τη μετατρέπω σε όνειρο. Και όσο πάλευα να κρατηθώ, τόσο πιο πολύ τ’ όνειρο ζωντάνευε, θέριευε και αμυδρά φώτιζε τη φυλακή μου. Γαργαλούσε θετικά συναισθήματα, γεννούσε ξανά την πίστη και την ελπίδα. Παραδομένη ολοκληρωτικά στ’ όνειρο, αρνιόμουν να το εγκαταλείψω, δεν με φόβιζε πια η άγνωστη πορεία του, όδευα στο μονοπάτι που μου υποδείκνυε, μέχρι τη στροφή, που το όνειρο μεταλλάχτηκε και έγινε ο ένας και μοναδικός… στόχος… Η ΦΥΓΗ ΜΟΥ».

Το γράμμα προς την μητέρα μου…

Η κυρία Ελένη είχε φτάσει στο σημείο να εκλιπαρεί για μια μου λέξη ή έστω ένα μου χαμόγελο. Κρατούσα μια στάση παθητική απέναντί της. Άκουγα με προσοχή ότι μου έλεγε. Μέχρι που στο τέλος με παρότρυνε να της ζητήσω ότι ήθελα, φτάνει να με έβλεπε και πάλι να χαμογελώ. Σαν μια αόρατη κλωστή, τα λόγια της συνδέθηκαν με τον στόχο μου. Αναγνώρισα αμέσως τη μόνη ευκαιρία που μου δινόταν. Ο επίγειος άγγελος μου, μου δάνειζε τα φτερά του για να πετάξω μέχρι εκεί που λαχταρούσε η ψυχή μου, κοντά στους γονείς μου. Πίσω ξανά στη στοργική, τρυφερή αγκαλιά της μάνας μου, να χάνομαι μέσα στα παραμύθια του πατέρα μου, που με ταξίδευαν σε όμορφα μέρη γεμάτα μόνο χαρές, δύναμη και αποφασιστικότητα για ζωή.

Άδραξα την ευκαιρία και δεν ζήτησα τίποτα άλλο από ένα φάκελο, κόλλες αλληλογραφίας για να γράψω το τελευταίο μου γράμμα και η ίδια, η κυρία Ελένη, να το ταχυδρομήσει. Πιστή στην αφειδώλευτη αγάπη της για μένα, εκφράζοντας ακόμη μια φορά το μεγαλείο ψυχής της, η κυρία Ελένη μου έφερε ό,τι ζήτησα. Με ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς κανείς να αντιληφθεί οτιδήποτε, έγραψα ένα περιεκτικό γράμμα στη μάνα μου γεμάτο μηνύματα, περιγράφοντας ακριβώς τι ένιωθα.

«Μάμα μου,

Αν δεν έρθεις να με πάρεις, θα πεθάνω, θα πεθάνω, θα πεθάνω….».

Είχα γράψει επανειλημμένα τις λέξεις «θα πεθάνω» και στις δύο πλευρές, σε όλες τις κόλλες, που είχα στη διάθεσή μου».

Το ταξίδι μου στην Ελλάδα…

Είναι μία από τις πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής μου, με σημαντικά διδάγματα, που με καθοδηγούν μέχρι σήμερα. Γιατί η σύνδεση με τον συναισθηματικό μου κόσμο με βοήθησε στην αναγνώριση της βαρύτητας που έχει κάθε συναίσθημα.

Γιατί έμαθα από τότε, πώς φτιάχνονται τα όνειρα, πώς γίνονται στόχοι και αν δεν εγκαταλειφθούν ποτέ, οδηγούν στην υλοποίησή τους, στην πραγμάτωσή τους».

Πολύ σημαντικό επίσης, να αναφέρουμε ότι ένα από εκείνα τα κορίτσια των ιδρυμάτων, σήμερα, είναι ενταγμένη στο σχέδιο των Κοινωνικών Υπηρεσιών ως αδειούχα ανάδοχη μητέρα.

(Υπήρξαν αποσπάσματα από το βιβλίο «Ευχαριστώ …» με την γραπτή άδεια της Νιόβης Α. Κερκίδου που παραχωρήθηκε στην δημοσιογράφο Χριστιάνα Διονυσίου)

Χριστιάνα Διονυσίου

το δικό σας σχόλιο

* Υποχρεωτικά πεδία

Παρακαλούμε όμως τα κείμενα να μην είναι υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους, να γράφονται στην ελληνική ή την αγγλική γλώσσα (όχι greeklish), να είναι κατανοητά και τέλος να είναι κατά το δυνατόν σύντομα. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της. Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.