«Να σου δώσω το παιχνίδι μου και να μην σκοτώσεις τη μάμα μου;»

Γλύτωσε από τα χέρια Τούρκων δυο ανήλικα κορίτσια, που είχαν σκοπό να τις βιάσουν. Την χτύπησαν και την απείλησαν ότι θα την σκοτώσουν, όμως δεν δείλιασε, τις έσωσε! Εκείνες, την ευγνωμονούν μέχρι σήμερα.

1974…

Τουρκική εισβολή στην Κύπρο…

Η Κύπρος μας δεν υστέρησε σε λεβεντογυναίκες…

Μια γυναίκα από το χωριό Αφάνεια, έγκυος, γίνεται παράδειγμα τόλμης, ήθους και αντοχής με μια αξιοθαύμαστη πράξη γεμάτη αυτοθυσία και αυταπάρνηση.


Γλύτωσε από τα χέρια Τούρκων δυο ανήλικα κορίτσια, που είχαν σκοπό να τις βιάσουν. Την χτύπησαν και την απείλησαν ότι θα την σκοτώσουν, όμως δεν δείλιασε, τις έσωσε! Εκείνες, την ευγνωμονούν μέχρι σήμερα.

Η κυρία Ειρήνη Χειμωνίδου Χατζηβασιλείου αναφέρει στο Ant1.com.cy:
«Γεννήθηκα στο κατεχόμενο σήμερα χωριό Αφάνεια στις 12/2/1938. Όταν έγινε η Τουρκική Εισβολή το 1974 ήμουν 36 ετών, είχα 2 παιδιά και ήμουν έγκυος 7 μηνών. Η κόρη μου ήταν 7 και ο γιός μου 5 ετών.
Όταν μπήκαν οι Τούρκοι στην Αφάνεια…
Ήμασταν στο σπίτι μας και μαζί μας ήταν η μητέρα μου, η θεία μου και η αδελφή μου με τα 7 παιδιά της. Κάποια στιγμή ο άντρας μου βγήκε έξω στην αυλή για να δει τι συμβαίνει. Με το που βγήκε όμως έξω, τον

πλησίασαν Τούρκοι στρατιώτες και ενώ ήταν έτοιμοι να τον πυροβολήσουν, ένας Τουρκοκύπριος που περνούσε εκείνη τη στιγμή από το δρόμο τους είπε να σταματήσουν. Εκείνοι κατέβασαν τα όπλα και του έκαναν νόημα να βγούμε όλοι από το σπίτι. Υπό την απειλή των όπλων, οδηγηθήκαμε στο τουρκικό δημοτικό σχολείο της Αφάνειας. Εκεί ήταν και άλλοι συγχωριανοί μας, μείναμε 3 μέρες.

Θυμάμαι που τους λέγαμε να μας αφήσουν να πάμε στο σπίτι μας που ήταν δίπλα για να πάρουμε μερικά πράγματα, λίγα ρούχα, αλλά εκείνοι δεν μας άφηναν.

Το Σάββατο μας έβαλαν στα φορτηγά -τα γυναικόπαιδα μόνο- και μας πήγαν στην Άσσια. Μας κατέβασαν έξω από ένα σπίτι και εκεί μείναμε. Η σπιτονοικοκυρά ήταν πολύ καλή κυρία, μας έδωσε ρούχα και μας φερόταν πολύ καλά. Ήμασταν περίπου 60 γυναίκες σε εκείνο το σπίτι.

Την ίδια μέρα…

Μπήκαν στο σπίτι 2 Τουρκοκύπριοι και μας πήραν όλα μας τα χρυσαφικά. Στο χέρι μου κρατούσα το σταυρουδάκι της κόρης μου και δεν ξέρω πως τα κατάφερα, αλλά δεν μου το πήραν. Το έχω μέχρι σήμερα!

Πέρασαν 2 μέρες και ήρθε ένας Τουρκοκύπριος. Μας κοίταξε όλες και στη συνέχεια άρπαξε ένα κορίτσι για να το βιάσει. Ήταν 13 ετών αλλά φαινόταν μεγαλύτερη, ήταν ψηλή και όμορφη. Έτυχε εκείνη τη στιγμή να ήμουν κοντά της. Αν και ήμουν με τη κοιλιά στο στόμα, τίποτα δεν με φόβισε. Έσπρωξα τον Τουρκοκύπριο και του έκανα νόημα ότι ηταν μικρό παιδί. Κατάφερα να σώσω το κοριτσάκι και πίστευα πως ήταν πραγματικά από θαύμα.
Το μήνυμα στο άδειο κουτί από τσιγάρα…
Έτυχε να δω έναν Τουρκοκύπριο από την Αφάνεια την στιγμή που βγαίναμε από το σπίτι για να πάμε στο παντοπωλείο απέναντι να πάρουμε

τρόφιμα για τα παιδιά μας. Τον ρώτησα αν ήξερε που είναι ο άντρας μου. Όταν μου είπε πως ήξερε, τον παρακάλεσα να του στείλει ένα μήνυμα. Δεν είχα χαρτί για να του γράψω και εκείνος μου έδωσε το άδειο πακέτο από τσιγάρα που κρατούσε και ένα στυλό. Του έγραψα: «είμαστε καλά και είμαστε σε ένα σπίτι στην Άσσια» και η κόρη μου του έγραψε «Παπά θέλω να σε δω».
2 image

Η οικογένεια φιλάει αυτό το άδειο πακέτο εδώ και τόσα χρόνια σαν φυλακτό

Εκείνος το πήγε στον άντρα μου και την επόμενη μέρα, ήρθε στο σπίτι και μου είπε σε σπαστά ελληνικά: «Μόλις το διάβασε πέθανε». Τα μωρά άρχισαν να κλαίνε και να φωνάζουν, εγώ τον κοίταξα στα μάτια τρομαγμένη. Τότε εκείνος φώναξε: «όχι όχι δεν πέθανε, έπεσε», ήθελε να μας πει πως λυποθήμησε αλλά δεν ήξερε.

Ο άντρας μου, πάνω στο ίδιο κουτί μας έγραψε: «Ειρηνούλλα μου, μωρά. Πήρα το γράμμα σου. Είμαστε όλοι καλά. Οι Τούρκοι χωριανοί μας, μας φέρονται πολύ καλά. Σύντομη αντάμωση, Τάκης. Και ο Πέτρος είναι καλά».
Το άγχος, η αγωνία, ο φόβος στοίχειωναν τις ζωές μας…
Μετά απο 2 μέρες ήρθε στο σπίτι ένας άλλος Τουρκοκύπριος. Μας κοίταξε όλες και στη συνέχεια άρπαξε από το χέρι ένα 12χρονο κοριτσάκι. Μαζί με άλλες 3 γυναίκες προσπαθήσαμε να τον εμποδίσουμε. Εκείνος γεμάτος θυμό, έβγαλε το όπλο και σημάδεψε εμένα.

Η κόρη μου εκείνη τη στιγμή έπαιζε με ένα παιχνίδι αλλά μόλις τον είδε, έτρεξε κοντά του και του είπε: «να σου δώσω το παιχνίδι μου και να μην σκοτώσεις τη μάμα μου;». Εκείνος κατέβασε το όπλο και έμεινε για λίγο σκεπτικός. Βρήκα την ευκαιρία και απομακρύνθηκα από κοντά του. Πήγα και στάθηκα σε μια γωνιά αλλά εκείνος ήρθε κοντά μου. Με άρπαξε από το κεφάλι και με χτυπούσε στον τοίχο. Πονούσα αλλά έλεγα ευτυχώς που δεν με χτύπησε στην κοιλιά.

Όταν με άφησε, έτρεξα έξω και φώναζα: «βοήθεια, βοήθεια» εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκα ότι άδικα φώναζα αφού κανείς δεν μπορούσε να με βοηθήσει…

Μετά από λίγο εκείνος με πλησίασε και μου είπε κάτι στα τούρκικα. Μια γιαγιά που ήταν εκεί και ήξερε τούρκικα μου είπε: «Κόρη μου, εν να έρτει αύριο να σε σκοτώσει». Τα μωρά μου τρόμαξαν και άρχισαν να κλαίνε.

Πήρα από τη μάνα μου το μαύρο της φόρεμα –ευτυχώς είχε και δεύτερο-, το μαντίλι της καθώς και ένα μαύρο πουκάμισο που βρήκα στο σπίτι και τα φόρεσα. Ήθελα την επόμενη μέρα που θα ερχόταν, να μην με καταλάβει. Τα μωρά μου έκλαιγαν και μου έλεγαν να βγάλω αυτά τα ρούχα –από τότε δεν με άφησαν ποτέ να φορέσω μαύρα-.

Την επόμενη μέρα ήρθε ο Διοικητής τους μαζί με έναν Τουρκοκύπριο δάσκαλο. Τους είπα να με πάρουν σε άλλο σπίτι, να φύγω για να γλυτώσω. Ο δάσκαλος που μιλούσε καλά ελληνικά μου είπε: «Δεν μπορούμε είσαι γραμμένη εδώ».
Το απόγευμα της ίδιας μέρας…
Ήρθαν και μας είπαν πως έπρεπε να φύγουμε από το σπίτι και πως θα μας πήγαιναν στην Λάρνακα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια της κόρης μου, μου είχε πει: «επίστεψες ότι θα μας αφήσουν να φύγουμε;». Ούτε εγώ πίστευα ότι θα μας αφήσουν ζωντανές. Εντωμεταξύ η κατάσταση στο χωριό ήταν κάτι περισσότερο από τραγική. Υπήρχε μια πολύ άσχημη μυρωδιά και είχε παντού μύγες. Η μυρωδιά ερχόταν από τα νεκρά σώματα που έμεναν άθαφτα για μέρες αλλά και από τα νεκρά ζώα.

Στην πλατεία του χωριού είδαμε τον δάσκαλο που είχε έρθει στο σπίτι. Τον ρώτησα αν είναι αλήθεια ότι θα μας πάρουν στην Λάρνακα και ότι δεν θα μας σκοτώσουν. Εκείνος μου έπιασε το χέρι και μου είπε: «έχεις το λόγο μου, θα πάτε καλά στη Λάρνακα» και μας βοήθησε μαζί με τα παιδιά να ανέβουμε στο λεωφορείο.

Μας πήραν στο δημοτικό σχολείο Άγιος Γεώργιος στην Λάρνακα. Εκεί θυμάμαι μας έδωσαν μια κουβέρτα. Την επόμενη μέρα, ήρθε ο αδελφός μου και μας πήρε.

Ο άντρας μου γύρισε κοντά μας στις 26 Σεπτεμβρίου. Ήταν για 33 μέρες αιχμάλωτος. Η πρώτη κουβέντα που μου είπε μόλις με είδε ήταν: «ποτέ ξανά αιχμάλωτος». Τους έσπαζαν στο ξύλο αλλά δεν μου το είχε γράψει τότε στο γράμμα...

Δυστυχώς τον χάσαμε το 1994, αρρώστησε απο καρκίνο.

Εύχομαι μέσα από τη ψυχή μου…

Να μην βρει τον τόπο μας ποτέ ξανά τέτοιο κακό. Φοβάμαι πολύ τον Τούρκο… Τρομάζω με όλα αυτά που ακούω καθημερινά στις ειδήσεις και παρακαλώ το Θεό να μην βιώσουν τα παιδιά και τα εγγόνια μας ότι εμείς».

Χριστιάνα Διονυσίου

το δικό σας σχόλιο

* Υποχρεωτικά πεδία

Παρακαλούμε όμως τα κείμενα να μην είναι υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους, να γράφονται στην ελληνική ή την αγγλική γλώσσα (όχι greeklish), να είναι κατανοητά και τέλος να είναι κατά το δυνατόν σύντομα. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της. Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.