«Γλύτωσα από του χάρου τα δόντια… Μια ζωή γεμάτη ερείπια και στάχτες»

Ότι και αν έχω περάσει, όσο και αν με έχουν πληγώσει και έχουν “κάψει” ότι όμορφο και αθώο είχα μέσα στη ψυχή μου, δεν θα πάψω ποτέ να ελπίζω και να ονειρεύομαι ένα καλύτερο αύριο».

Αυτός ο άνθρωπος βγάζει μια βαθιά θλίψη, μια θλίψη που δεν εκφράζεται με λέξεις, μα παρά μόνο τα μάτια τη φανερώνουν. Πέρασε δύσκολα παιδικά και φοιτητικά χρόνια. Κάποιοι φίλοι του προσπάθησαν να τον πλέξουν με τα ναρκωτικά αλλά ευτυχώς κατάφερε να γλυτώσει…  

Ο Κώστας Ιωάννου αναφέρει στο Ant1.com.cy: 


 «Θυμάμαι πολύ έντονα τη στιγμή που γεμάτος χαρά έτρεξα στους φίλους μου για να τους ανακοινώσω πως, βγήκαν τα αποτελέσματα των προεισαγωγικών εξετάσεων και πως πέρασα στη σχολή που ήθελα. Πέρα από χαρούμενος όμως ήμουν και πολύ αγχωμένος, γεμάτος αγωνία για την άγνωστη αυτή, νέα σελίδα της ζωής μου.

Πλησίασα τους φίλους μου και αφού τους χαιρέτησα τους είπα: «Φεύγω για Αθήνα αλλά εκτός από χαρούμενος είμαι και πολύ αγχωμένος. Έχω κάποιες επιφυλάξεις για αυτή τη πόλη ύστερα από όσα έχω ακούσει…». Κάποιοι φίλοι μου, μου μίλησαν για την «πόλη όνειρο» και κάποιοι άλλοι για μια «πόλη χάος, που οδηγεί στην απομόνωση και στη μοναξιά».

Ακόμα πιο προβληματισμένος συνέχισα να ονειρεύομαι πως, στην άγνωστη αυτή πόλη θα κατάφερνα να ξεχάσω όλες τις άσχημες εμπειρίες που είχα βιώσει στο νησί. Πίστευα πως ήμουν έτοιμος να κάνω ένα βήμα προς την ενηλικίωση. Μακριά από την εφηβεία που ποτέ δεν έζησα. Μια νεκρή εφηβεία που το θάνατο της προκάλεσαν οι ίδιοι οι γονείς μου, εξαιτίας των δικών τους απωθημένων. 

Τα πράγματα στην Αθήνα δεν ήταν όπως τα ονειρεύτηκα…

Ακόμα πιο μπερδεμένος και χαμένος, όχι μόνο μέσα σε όλα εκείνα τα συναισθήματα αλλά και μπροστά στο τεράστιο κτίριο του Πανεπιστημίου…Προσπαθούσα να ισορροπήσω με τον εαυτό μου. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά είχα την ανάγκη από στήριγμα και προσπαθούσα να βρω φίλους. Ήμουν σίγουρος πως δίπλα σε ένα φίλο θα ήταν πολύ πιο εύκολο να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες προσαρμογής και μοναξιάς. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να σταθώ στα πόδια μου και έτσι θα μπορούσα επιτέλους να πάρω τη ζωή στα χέρια μου. Ήμουν ευάλωτος στο κάθε τι που μου συνέβαινε. 

Η ιστορία μου από την αρχή…

Γεννήθηκα το 1985 σε χωριό της επαρχίας Πάφου και έχω 3 αδέλφια μικρότερα από μένα. Ο πατέρας μου εργαζόταν στις οικοδομές και η μητέρα μου ήταν άνεργη για πολλά χρόνια. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν αρκετά δύσκολα, με μεγάλες στερήσεις. Επειδή εργαζόταν μόνο ο πατέρας μου και επειδή υπήρχαν αρκετά χρέη, δεν έφταναν τα χρήματα και στερούμασταν αρκετά πράγματα. Εξαιτίας του οικονομικού υπήρχαν σχεδόν καθημερινά εντάσεις και τσακωμοί μεταξύ των γονιών αλλά και εμάς των παιδιών. 

Μεγαλώνοντας, παράλληλα μεγάλωναν και τα προβλήματα…

Ο πατέρας μου άρχισε να πίνει και η συμπεριφορά του ήταν κάθε άλλο από σωστή. Κάθε φορά που έπινε, ερχόταν στουπί στο σπίτι και έβριζε όχι μόνο τη μάνα μου αλλά και εμάς. Κάποια στιγμή τσακώθηκαν τόσο άσχημα που η μάνα μου πήρε μερικά ρούχα και έφυγε. Ήθελε να μας πάρει μαζί της αλλά εμείς δεν θέλαμε να φύγουμε από το σπίτι. Αφότου έφυγε, ο πατέρας μου την επόμενη μέρα άλλαξε κλειδαριές και δεν της επέτρεψε να γυρίσει ξανά πίσω.

Αν και πολλά βράδια κλαίγοντας τον παρακαλούσαμε να την φέρει πίσω, από εγωισμό και μόνο δεν της το επέτρεπε. Ήμουν γύρω στα 15 τότε, μέσα μου γινόταν ένας χαμός, ένας μεγάλος πόλεμος. Από τη μια ήθελα να σκοτώσω τον πατέρα μου, που έπινε και μας συμπεριφερόταν τόσο άσχημα και από την άλλη κλεινόμουν στο δωμάτιο μου για να μην βλέπω κανέναν και έκλαιγα. 

Συχνά έφερνε και την ερωμένη του στο σπίτι, μια γυναίκα από τις Φιλιππίνες που δεν έδειχνε να μας συμπαθεί ιδιαίτερα. Νιώθαμε σαν πεταμένα, ανυπεράσπιστα χωρίς φροντίδα και αγάπη. Από την άλλη ήταν και η μάνα μου που και εκείνη δεν έδειχνε το απαιτούμενο ενδιαφέρον για μας. Μετακόμισε στη Πάφο και ζούσε μόνη της. Εργαζόταν και τα χρήματα που έπαιρνε ίσα-ίσα που την έφταναν για το ενοίκιο και τα προσωπικά της έξοδα. Μας είπε λίγα χρόνια αργότερα πως ερχόταν συχνά, αλλά εμείς δεν την βλέπαμε. Στεκόταν στην γειτονική αυλή και μας έβλεπε αλλά δεν τολμούσε να έλθει στο σπίτι επειδή φοβόταν τον πατέρα μας. 

 Αναγκάστηκα να παρατήσω το σχολείο…

Έπιασα δουλειά για να ζούμε καλύτερα με τα αδέλφια μου. Πήγα στις οικοδομές, σε έναν χωριανό μου. Αυτός, εκτός του ότι δεν με πλήρωνε καλά με χτυπούσε κιόλας, δήθεν για πλάκα επειδή ήμουν ο μικρότερος. Συχνά όλοι μαζί οι υπάλληλοι έσκαγαν στα γέλια κάθε φορά που δήθεν για αστείο σήκωνε το χέρι του και με χτυπούσε πότε στην πλάτη και πότε στο κεφάλι. Άντεξα μόνο 4 μήνες και ο μόνος λόγος που άντεξα τόσο καιρό ήταν επειδή είχα ανάγκη τα χρήματα. 

Στο μεταξύ, με τη βοήθεια της αδελφής της μάνας μου, οι γονείς μου τα ξαναβρήκαν και έτσι, για λίγο τουλάχιστον είχαμε ηρεμίσει και ζούσαμε σχετικά φυσιολογική ζωή. Άφησα τη δουλειά στην οικοδομή και αφού γύρισε η μάνα μου στο σπίτι και είχαμε και τον δικό της μισθό, γύρισα ξανά πίσω στο σχολείο με το όνειρο πως αυτή τη φορά θα το τελειώσω. 

Όταν τελείωσα το Λύκειο…


Ανακοίνωσα στους γονείς μου ότι θέλω να σπουδάσω. Συμφώνησαν μαζί μου και έτσι άρχισα να ονειρεύομαι ένα όμορφο μέλλον… Αφότου τελείωσα τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, στις αρχές Αυγούστου, λίγες μέρες μετά, πήγα μόνος μου στην Ελλάδα. Βρήκα σπίτι με τη βοήθεια ενός φίλου μου που σπούδαζε εκεί. 

Αν και μου ήταν πολύ δύσκολο, άρχισα την προσπάθεια και τον αγώνα να συνεχίσω την νέα μου ζωή. Άρχισαν τα μαθήματα και ταυτόχρονα άρχισα να ψάχνω για δουλειά.

Προσπάθησα να βρω κάτι σχετικά καλό αλλά δυστυχώς δεν βρήκα. Στο τέλος, κατάφερα να βρω σε ένα μπαράκι. Εκεί γνώρισα έναν νεαρό Έλληνα, λίγο μεγαλύτερο από μένα. Γίναμε φίλοι και όταν έμαθα πως ήταν χρήστης ναρκωτικών, έκανα το λάθος να συνεχίσω να κάνω κολλητή παρέα μαζί του.  

Κάποια στιγμή μου ζήτησε τα κλειδιά του σπιτιού μου δήθεν για γκομενοδουλειές. Εγώ όμως δεν τον πίστεψα και δεν του έδωσα τα κλειδιά. Με αυτή μου τη πράξη ήταν σαν να υπέγραφα την καταδίκη μου…

Μετά από 5 μέρες μαθαίνω ότι εκτός από χρήστης ήταν και έμπορος ναρκωτικών και τον είχε συλλάβει η αστυνομία. Με πήρε τηλέφωνο ένας φίλος του και μου το είπε. Με απείλησε όμως... Μου είπε: «μόλις ξεκαθαρίσει η υπόθεση του φίλου μας, η πρώτη δουλειά που θα κάνει είναι να έρθει να σε σκοτώσει επειδή δεν του έδωσες τα κλειδιά σου». Ήθελε τα κλειδιά μόνο και μόνο για να κρύψει εκεί τις ουσίες και κατάλαβα πως είχε σκοπό να ενοχοποιήσει εμένα. Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ γιατί δεν ήταν τελικά ο άνθρωπος που εγώ πίστευα. 

Οι μέρες που ακολούθησαν έμοιαζαν με κόλαση…Κινδύνευε καθημερινά η ζωή μου και από καθαρή τύχη γλύτωσα…

Μετά από λίγες μέρες ήρθε μια παρέα από 3 άτομα, ηλικίας 25 μέχρι 30 έξω από το πανεπιστήμιο, το βράδυ που είχα μάθημα. Με περίμεναν μέχρι που τελείωσα και με πλησίασαν, μου είπαν ποιος τους έστειλε και στη συνέχεια έβγαλαν από τα σακάκια τους μαχαίρια. Άρχισα να τρέχω και κατάφερα να γλυτώσω καθότι εκεί κοντά υπήρχε μια καφετέρια. Ο Θεός με βοήθησε. Εκείνοι περίμεναν έξω, εγώ όμως είχα μιλήσει με τον ιδιοκτήτη και αφού του είχα πει τι είχε συμβεί, εκείνος κάλεσε την αστυνομία και ένα ταξί. Κατάφερα να πάω στο σπίτι μου ασφαλής.  

Το επόμενο βράδυ τους είδα από το μπαλκόνι και ειδοποίησα την αστυνομία. Ήταν 3 άτομα κάτω από την πολυκατοικία με μαχαίρια και σιδερολοστούς.  Δυστυχώς πρόλαβαν και το έσκασαν. Πήρα τότε μερικά ρούχα, όλα μου τα χρήματα και ζήτησα από τους αστυνομικούς να με πάρουν στο αεροδρόμιο.  

Γύρισα πίσω στο νησί και από τότε ούτε στον χάρτη δεν ήθελα να δω την Αθήνα. Ξέρω ότι πολλοί συγγενείς και φίλοι με κατηγόρησαν, με απεκάλεσαν τεμπέλη που άφησα τις σπουδές μου στη μέση. Δεν με νοιάζει όμως, αρκεί που γλύτωσα. Γύρισα ζωντανός πίσω στον τόπο μου και αυτό μου ήταν αρκετό. Ποτέ δεν είπα σε κανέναν τον λόγο που άφησα τις σπουδές μου…

Εδώ τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ρόδινα…


Οι γονείς μου άλλαξαν πάρα πολύ σαν χαρακτήρες. Έφτασαν στο σημείο να μισεί ο ένας τον άλλον. Ο πατέρας μου πνιγόταν κάθε βράδυ στο αλκοόλ και γυρνούσε ξημερώματα ενώ η μάνα μου –κάτι που στην αρχή δεν θέλαμε να πιστέψουμε-  έπιασε γκόμενο έναν παντρεμένο συνάδελφο της. Ο μικρότερος αδελφός μου έπαθε κατάθλιψη όπως και εγώ. Λογικό δεν ήταν; Η οικογένεια ήταν εντελώς διαλυμένη. 

Μετά από κάθε καβγά, παντού υπήρχαν ερείπια και φωτιές, κλάματα και φωνές. Οι γονείς μου ξέφυγαν εντελώς από κάθε σωστό και ηθικό. Δεν έδιναν καμία απολύτως σημασία σε εμάς, σαν να μην υπήρχαμε. Κανείς τους δεν νοιαζόταν αν πεινούσαμε, πονούσαμε ή χρειαζόμασταν μια γλυκιά κουβέντα, μια αγκαλιά. Σήμερα νοικιάζω σπίτι μαζί με τον αδελφό μου, μακριά από το πατρικό μας. Αν μέναμε εκεί ή θα αυτοκτονούσαμε ή θα καταλήγαμε σε κάποιο ψυχιατρείο. 

Προσπαθώ να ξεφύγω από το παρελθόν…

Ότι και αν έχω περάσει, όσο και αν με έχουν πληγώσει και έχουν “κάψει” ότι όμορφο και αθώο είχα μέσα στη ψυχή μου, δεν θα πάψω ποτέ να ελπίζω και να ονειρεύομαι ένα καλύτερο αύριο».       




Χριστιάνα Διονυσίου

το δικό σας σχόλιο

* Υποχρεωτικά πεδία

Παρακαλούμε όμως τα κείμενα να μην είναι υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους, να γράφονται στην ελληνική ή την αγγλική γλώσσα (όχι greeklish), να είναι κατανοητά και τέλος να είναι κατά το δυνατόν σύντομα. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της. Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.